Νέα θεραπεία για την κατάθλιψη; Αντιφλεγμονώδες φάρμακο δείχνει ελπιδοφόρα αποτελέσματα
Κλινική δοκιμή δείχνει ότι φάρμακο κατά της φλεγμονής βοηθά ασθενείς με ανθεκτική κατάθλιψη.
Η κατάθλιψη αντιμετωπίζεται εδώ και δεκαετίες κυρίως ως μια διαταραχή του εγκεφάλου, όμως τα τελευταία χρόνια οι επιστήμονες εξετάζουν όλο και περισσότερο έναν διαφορετικό παράγοντα: τη φλεγμονή. Μια νέα κλινική δοκιμή που δημοσιεύθηκε στο JAMA Psychiatry ενισχύει αυτή την ιδέα, δείχνοντας ότι ένα φάρμακο που μπλοκάρει τη δράση της ιντερλευκίνης-6 (IL-6), ενός βασικού μορίου της φλεγμονής, ίσως μπορεί να βοηθήσει ανθρώπους με δύσκολα αντιμετωπίσιμη κατάθλιψη.
Η μελέτη επικεντρώθηκε σε ασθενείς που δεν είχαν ανταποκριθεί ικανοποιητικά στα αντικαταθλιπτικά και εμφάνιζαν σημάδια χρόνιας χαμηλού βαθμού φλεγμονής στο σώμα. Οι ερευνητές θέλησαν να εξετάσουν αν η καταστολή αυτής της φλεγμονώδους διαδικασίας μπορεί να μειώσει τα συμπτώματα της κατάθλιψης, ιδιαίτερα τη σωματική εξάντληση, την κόπωση και τη γενικότερη αίσθηση «βαρύτητας» που συχνά συνοδεύει τη νόσο.
Γιατί οι επιστήμονες στράφηκαν στη φλεγμονή
Η IL-6 είναι μια κυτταροκίνη, δηλαδή μια πρωτεΐνη που χρησιμοποιεί το ανοσοποιητικό σύστημα για να μεταφέρει σήματα φλεγμονής. Προηγούμενες έρευνες είχαν δείξει ότι τα άτομα με κατάθλιψη, ειδικά όσοι δυσκολεύονται να ανταποκριθούν στις θεραπείες, εμφανίζουν συχνά αυξημένα επίπεδα IL-6 και C-reactive protein (CRP), ενός γενικού δείκτη φλεγμονής. Επίσης, γενετικές και επιδημιολογικές μελέτες είχαν ήδη υποδείξει ότι η IL-6 ίσως παίζει άμεσο ρόλο στην εμφάνιση καταθλιπτικών συμπτωμάτων.
Για να δοκιμάσουν αυτή την υπόθεση, οι επιστήμονες από τα Πανεπιστήμια του Cambridge και του Bristol πραγματοποίησαν μια δοκιμή διάρκειας τεσσάρων εβδομάδων. Στη μελέτη συμμετείχαν 30 ενήλικες με μέτρια έως σοβαρή κατάθλιψη, οι οποίοι λάμβαναν ήδη αντικαταθλιπτικά χωρίς σημαντική βελτίωση. Όλοι είχαν αυξημένα επίπεδα φλεγμονής σε επαναλαμβανόμενες εξετάσεις αίματος.
Πώς λειτούργησε η θεραπεία με τοσιλιζουμάμπη
Οι συμμετέχοντες χωρίστηκαν τυχαία σε δύο ομάδες. Η μία έλαβε μία ενδοφλέβια δόση τοσιλιζουμάμπης, ενός φαρμάκου που μπλοκάρει τον υποδοχέα της IL-6 και χρησιμοποιείται ήδη για ορισμένες φλεγμονώδεις παθήσεις (π.χ. στη ρευματοειδή αρθρίτιδα). Η άλλη ομάδα έλαβε εικονικό φάρμακο με φυσιολογικό ορό. Ούτε οι ασθενείς ούτε οι ερευνητές γνώριζαν ποιος λάμβανε τι μέχρι την ολοκλήρωση της δοκιμής.
Οι επιστήμονες παρακολούθησαν την πορεία των συμπτωμάτων στις 7, 14 και 28 ημέρες μετά την έγχυση. Χρησιμοποίησαν ερωτηματολόγια που αξιολογούν τη σοβαρότητα της κατάθλιψης, την κόπωση, το άγχος, την ποιότητα ζωής και άλλες ψυχολογικές παραμέτρους.
Το πιο σημαντικό εύρημα ήταν ότι, παρότι η μελέτη ήταν μικρή και δεν μπορούσε να δώσει οριστικές απαντήσεις, οι ασθενείς που έλαβαν τοσιλιζουμάμπη εμφάνισαν μια σταδιακή τάση βελτίωσης σε αρκετούς τομείς. Η εικόνα αυτή έγινε πιο καθαρή προς το τέλος των τεσσάρων εβδομάδων. Οι συμμετέχοντες ανέφεραν λιγότερη κόπωση, μικρότερη ένταση καταθλιπτικών συμπτωμάτων, μείωση του άγχους και καλύτερη ποιότητα ζωής σε σχέση με την ομάδα του placebo.
Οι ερευνητές διαπίστωσαν επίσης ότι ορισμένα συγκεκριμένα συμπτώματα φάνηκαν να βελτιώνονται περισσότερο. Ανάμεσά τους ήταν η εξάντληση, η έλλειψη ενέργειας, η δυσκολία συγκέντρωσης, η απαισιοδοξία και το αίσθημα αναξιότητας. Αντίθετα, η θεραπεία δεν έδειξε σαφή επίδραση στην ανηδονία, δηλαδή τη δυσκολία να νιώσει κανείς ευχαρίστηση, ούτε στις γνωστικές λειτουργίες.
Η CRP ίσως δείχνει ποιοι ασθενείς θα ωφεληθούν περισσότερο
Ένα ακόμη ενδιαφέρον στοιχείο ήταν ότι η ανταπόκριση στη θεραπεία συνδέθηκε περισσότερο με τα επίπεδα της CRP παρά με τα επίπεδα της ίδιας της IL-6. Όσο υψηλότερη ήταν η CRP στην αρχή της μελέτης, τόσο μεγαλύτερη έμοιαζε να είναι η πιθανότητα βελτίωσης. Αυτό υποδηλώνει ότι η απλή εξέταση CRP ίσως στο μέλλον βοηθήσει τους γιατρούς να εντοπίζουν ποιοι ασθενείς με κατάθλιψη είναι πιθανότερο να ωφεληθούν από αντιφλεγμονώδεις θεραπείες.
Οι συγγραφείς τονίζουν ότι τα αποτελέσματα δεν αποδεικνύουν ακόμη ότι το φάρμακο λειτουργεί οριστικά κατά της κατάθλιψης. Η μελέτη είχε μικρό αριθμό συμμετεχόντων και μικρή διάρκεια, επομένως τα στατιστικά δεδομένα περιλαμβάνουν αβεβαιότητα. Ωστόσο, το μοτίβο των αποτελεσμάτων θεωρείται αρκετά ενθαρρυντικό ώστε να δικαιολογεί μεγαλύτερες και μακροχρόνιες κλινικές δοκιμές.
Σημαντικό είναι επίσης ότι η θεραπεία φάνηκε ασφαλής. Δεν καταγράφηκαν σοβαρές παρενέργειες και οι ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν παρόμοιες ανάμεσα στις δύο ομάδες. Αυτό είναι κρίσιμο, επειδή οποιαδήποτε νέα προσέγγιση για την κατάθλιψη θα πρέπει να έχει ανεκτό προφίλ ασφάλειας, ιδιαίτερα όταν προορίζεται για άτομα που ήδη λαμβάνουν ψυχιατρική αγωγή.
Η ιδέα ότι η κατάθλιψη μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να συνδέεται με τη φλεγμονή αλλάζει σταδιακά τον τρόπο με τον οποίο οι επιστήμονες αντιλαμβάνονται τη νόσο. Δεν σημαίνει ότι όλες οι μορφές κατάθλιψης προκαλούνται από το ανοσοποιητικό σύστημα, αλλά ότι πιθανόν υπάρχει μια υποομάδα ασθενών για τους οποίους η φλεγμονή αποτελεί βασικό μηχανισμό.
Αυτό θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο για πιο εξατομικευμένες θεραπείες. Σήμερα τα αντικαταθλιπτικά χορηγούνται συχνά με δοκιμές μέχρι να βρεθεί τι λειτουργεί για κάθε ασθενή. Αν όμως οι γιατροί μπορούν να χρησιμοποιούν βιοδείκτες όπως η CRP για να εντοπίζουν ποιοι έχουν «φλεγμονώδη κατάθλιψη», τότε ίσως στο μέλλον να επιλέγουν πιο στοχευμένες θεραπείες από την αρχή.
Οι ερευνητές σημειώνουν ότι χρειάζονται πλέον μεγάλες μελέτες ώστε να επιβεβαιωθεί αν η αναστολή της IL-6 μπορεί πράγματι να αποτελέσει νέα θεραπευτική στρατηγική για την ανθεκτική κατάθλιψη. Παρ’ όλα αυτά, η μελέτη αποτελεί ένα από τα πιο ισχυρά μέχρι σήμερα στοιχεία ότι η σύνδεση ανάμεσα στην ψυχική υγεία και το ανοσοποιητικό σύστημα ίσως είναι πολύ πιο ουσιαστική από όσο πίστευαν μέχρι πρόσφατα οι επιστήμονες.